Η Σμαράγδα Καρύδη είναι από τους ανθρώπους που βάζει όρια στον εαυτό της. Ήταν κάτι βέβαια που το έμαθε και από το σπίτι της. Ποια είναι η σχέση της με τους γονείς της σήμερα; Πόσο συχνά συναντιούνται;
Συναντιέστε συχνά με τους γονείς σου; Θα φάτε μαζί, ας πούμε, κάθε Κυριακή;
Ναι, τους βλέπω συχνά, χαίρονται πάντα όταν με βλέπουν. Χτυπάω το κουδούνι στην πολυκατοικία στα Εξάρχεια όπου μένουν και μέχρι να ανέβω στο διαμέρισμά τους έχουν βγει στον διάδρομο και κάνουν χορευτικό από τη χαρά τους. Τους αγαπώ πολύ. Αλλά δεν τρώμε κάθε Κυριακή μαζί, ποτέ δεν τρώγαμε ούτε και όταν μέναμε μαζί. Ήταν δύο ηθοποιοί που δούλευαν τα Σαββατοκύριακα, οπότε δεν είχαμε αυτά τα κυριακάτικα τραπέζια. Είχαμε άλλα ωραία όμως. Με παρακολουθούν και τώρα ο πατέρας μου ανυπομονεί να με δει στο Dodo.
Μεγάλωσες με πολλή αγάπη. Υπήρχαν όμως όρια;
Βεβαίως. Είχα όρια πολλά. Τα έβαζα κι εγώ στον εαυτό μου. Είχα φόβο μην πάθω κάτι, μην πιω παραπάνω από όσο αντέχω, οδηγούσα παπάκι αλλά φοβόμουν τις μεγάλες μηχανές. Όλοι μου οι φίλοι έχουν λάμες στα πόδια από εκείνη την εποχή. Δεν σου κρύβω πως έχω ανέβει σε μηχανή που οδηγούσε φίλος και κατεβήκαμε με σούζα όλη την Ιπποκράτους. Μετά σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί. Ήθελα να κάνω την αλήτρα αλλά από την άλλη δεν έμπαινα σε μεγάλα ρίσκα. (Γελάει.) Δεν μπορούσα να χάνω τον έλεγχο. Όπως η μόδα με τα ναρκωτικά. Δεν ήμουν εγώ για τέτοια. Ακολούθησαν τα χρόνια της δραματικής, όπου με τους συμφοιτητές μου (σ.σ. Μαρκουλάκης, Βολιώτη, Ματσάγγου, Λογοθέτης, κ.ά.) περνούσαμε τέλεια, κάναμε εκδρομές, δεθήκαμε πολύ, κάθε καλοκαίρι τρέχαμε στην Επίδαυρο, και έτσι μας πήρε ο δάσκαλός μας, ο Γιώργος Μιχαηλίδης και κάναμε τη Νεανική Σκηνή στο Ανοιχτό Θέατρο και κάπως ξεκινήσαμε την πορεία μας.

Χρειάστηκε να κάνεις άλλη δουλειά;
Ε, πώς δεν χρειάστηκε! Έχω δουλέψει ως μπαργούμαν σε ντισκοτέκ, στην Actuel, και στο πρώτο Wild Rose. Αλλά όλο αυτό ήταν πολύ μικρή καριέρα. Το έκανα για λίγο, όταν ήμουν στη δραματική, αλλά ήμουν φριχτή, είχα μούτρα, δεν ήθελα να μου μιλάει κανένας, βαριόμουν όλο αυτό το φλερτ μεταξύ μπαρ και πελάτη όπου πρέπει και να χαμογελάς. Στην Κρήτη παλιότερα είχα μείνει έναν μήνα –ως μαθήτρια–, ήθελα να κάνω διακοπές διαρκείας, οπότε κάπου έπρεπε να δουλέψω ως μπαργούμαν. Γύρισα με το που άνοιξαν τα σχολεία. Ποτέ δεν δούλεψα ως σερβιτόρα, δεν ήμουν να πάω να μιλήσω.
Πώς διασκεδάζεις σήμερα; Πού βγαίνεις;
Σε μπαράκι μπορεί να πάω όταν με παρασύρει κάποιος. Δεν πίνω, οπότε το συνδυάζω με φαγητό. Μετά την παράσταση μου λέει η Στεφανία Γουλιώτη «πάμε για ποτό;» και της απαντώ «ποιο ποτό; Εγώ πεινάω!», οπότε συνήθως πάμε κάπου που τα συνδυάζει όλα. Με το φαγητό μου ίσως πιω ένα ποτήρι κρασί, αλλά μέχρι εκεί.
Διαβάστε περισσότερα στο περιοδικό ΟΚ! που κυκλοφορεί με Τα Νέα Σαββατοκύριακο.