Το Έπος του 1940 ενέπνευσε πολλούς σκηνοθέτες και παραγωγούς να γυρίσουν αρκετές ταινίες με θέματα την αντίσταση κατά των κατακτητών και τη γερμανική κατοχή.
Βέβαια η πιο εμπορική όλων ήταν η «Υπολοχαγός Νατάσσα» του Νίκου Φώσκολου με πρωταγωνίστρια την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Συγκεκριμένα έκοψε 751.117 εισιτήρια και αυτός ο αριθμός δεν ξεπεράστηκε ποτέ από κάποια άλλη ταινία εκείνης της περιόδου. Η Αλίκη, όπως μου είχε διηγηθεί, ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη σε όλα τα γυρίσματα, αφού οι παιδικές της μνήμες από τον Πόλεμο του 1940 ήταν συγκλονιστικές και τραυματικές. Τα πρώτα χρόνια της ζωής της σημαδεύτηκαν από ένα τραγικό γεγονός που άφησε μέσα της μια πληγή που δεν επουλώθηκε στην ουσία ποτέ. Ο άδικος χαμός του πατέρα της. Ο Γιάννης Βουγιουκλάκης στα χρόνια της Κατοχής είχε διοριστεί νομάρχης Αρκαδίας. Εκείνες οι μέρες ήταν δύσκολες για την πατρίδα και ο ίδιος είχε επίγνωση του βάρους της θέσης που είχε αναλάβει. Δυστυχώς στην Κατοχή δολοφονήθηκε άνανδρα από αντάρτες.

Αλλά και η Τζένη Καρέζη παίζοντας στο «Κοντσέρτο για πολυβόλα» του Ντίνου Δημόπουλου θυμήθηκε ένα περιστατικό από τα χρόνια του Πολέμου που είχε μείνει για πάντα χαραγμένο βαθιά στη μνήμη της. Την εκτέλεση δύο μικρών συμμαθητών της στο δημοτικό σχολείο στη Θεσσαλονίκη, όπου δασκάλα ήταν η μητέρα της. Όταν πήραν οι Γερμανοί τα παιδιά, που ήταν Εβραιόπουλα, για να τα εκτελέσουν στην πλατεία της γειτονιάς τους, απεγνωσμένα φώναζαν στη δασκάλα: «Κυρία, κάντε κάτι. Σώστε μας!» Μάταια όμως. Οι Γερμανοί τα εκτέλεσαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των συμμαθητών τους αλλά και της μικρής Τζένης, που κουβαλούσε αυτή την εικόνα για πάντα μέσα της. Ήταν το πιο τραυματικό γεγονός της ζωής της.


Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ μου είχε διηγηθεί πως όταν ήταν παιδί θυμόταν τον πρώτο βομβαρδισμό στον Πειραιά σαν ένα γεγονός που δεν τον είχε τρομάξει, αλλά θεώρησε πως ήταν μέρος ενός παιχνιδιού με τους φίλους του στη γειτονιά όταν έπαιζαν τους στρατιώτες σε μέρες πολέμου. Για αυτό και με τον πρώτο βομβαρδισμό έτρεξε γρήγορα γρήγορα στην ταράτσα του σπιτιού του, εκεί στον Άγιο Νείλο, εντυπωσιασμένος από το θέαμα των αεροπλάνων που πετούσαν πάνω από τα σπίτια και βομβάρδιζαν το λιμάνι. Ο πατέρας του ανέβηκε με τρόμο στην ταράτσα για να τον κατεβάσει και να τον σώσει από τις οβίδες που έπεφταν γύρω γύρω. Εκείνη η μέρα χαράχτηκε βαθιά στη μνήμη του Δημήτρη, που κατάλαβε πως ό,τι είχε συμβεί δεν ήταν μέρος ενός αθώου παιχνιδιού, αλλά το ξεκίνημα ενός σκληρού και ανελέητου πολέμου που έμελλε να ταλαιπωρήσει για χρόνια την πατρίδα μας.

Ο Αλέκος Αλεξανδράκης, αν και ήταν γόνος εύπορης οικογένειας, κάποια στιγμή μπήκε στην Αριστερά. Λόγω συνθηκών. Στην Κατοχή είχε έντονη δράση ακόμα κι ως παιδί. Τότε κυριαρχούσε το ΕΑΜ και η ΕΠΟΝ. Γράφτηκε λοιπόν στην ΕΠΟΝ και δραστηριοποιήθηκε μαζί με άλλους συνομηλίκους του ενάντια στη γερμανική «μπότα». Ο ίδιος είχε δηλώσει: «Ανάμεσα στους συντρόφους μου ήταν, θυμάμαι, και ο Βαγγέλης Γκούφας. Αυτός ο εξαιρετικός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας που διέπρεψε στα χρόνια που ακολούθησαν. Συγκεντρωνόμασταν πολύ συχνά και είχαμε τους δικούς μας καθοδηγητές. Οι αποστολές μας ήταν επικίνδυνες αλλά είχαμε πάθος και ιδεολογία κι αυτό ήταν που μας οδηγούσε. Τις νύχτες κρυφά γράφαμε συνθήματα στους τοίχους, φυγαδεύαμε δικούς μας, κρατούσαμε τσίλιες, κλέβαμε τρόφιμα από τους Γερμανούς και τα δίναμε στους πεινασμένους και πολλά άλλα. Αλλά κινδύνεψα πολλές φορές. Οι δικοί μου ανησυχούσαν πολύ, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει. Τρομερά χρόνια! Κι όταν πλέον με είχανε σταμπάρει και έβγαλαν ένταλμα για τη σύλληψή μου, αναγκάστηκα να φύγω για το βουνό. Έπρεπε να εξαφανιστώ αν ήθελα να ζήσω. Έτσι, πήρα τον δρόμο για την Πεντέλη. Οι Γερμανοί με έψαχναν παντού. Στο σπίτι μου, στο σχολείο μου, στη γειτονιά. Όπου είχαν μάθει ότι σύχναζα. Εκεί βρήκα τους συντρόφους μου και κάθισα κοντά τους μέχρι και την Απελευθέρωση».

Ο Βασίλης Αυλωνίτης και η Γεωργία Βασιλειάδου εν καιρώ πολέμου έπαιζαν στις αντιπολεμικές επιθεωρήσεις και έκαναν τη δική τους αντίσταση επί σκηνής. Οι θεατρικές παραστάσεις στα χρόνια της Κατοχής ξεκινούσαν στις 4.00 το μεσημέρι οι απογευματινές και οι βραδινές στις 6.30. Η κυκλοφορία στους δρόμους επιτρεπόταν μέχρι τις 11.00 το βράδυ. Όταν τελείωναν, οι δύο ηθοποιοί έτρεχαν να προλάβουν μην τυχόν περάσει η ώρα και είναι ακόμη στον δρόμο. Μερικοί που έμεναν μακριά κινδύνεψαν αρκετές φορές από τους Γερμανούς, που έκαναν τα βράδια περιπολίες. Οι ηθοποιοί έφευγαν παρέες παρέες από το θέατρο για να μην είναι μόνοι τους. Ο Αυλωνίτης έφευγε με τη Βασιλειάδου και μαζί τους πήγαιναν και οι αδελφές Καλουτά, αφού έμεναν προς την ίδια κατεύθυνση, όπως επίσης και η Μαρίκα Κρεββατά με τον σύζυγό της Γιώργο Γαβριηλίδη. Περπατού σαν στα σκοτάδια, αφού δεν υπήρχε φως στους δρόμους, και με δυσκολία έβλεπε ο ένας τον άλλο.
– Άννα, πού είσαι; φώναζε ο Αυλωνίτης.
– Εδώ, Βασίλη μου, εσύ;
– Κι εγώ εδώ! Πρόσεξε μην πατήσεις τίποτα που γυαλίζει!
– Γιατί; ρωτούσε η Άννα.
– Γιατί όποιος νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί!
– Σαν δε ντρέπεσαι! του ’λεγε η Άννα, που δεν ήταν συνηθισμένη να μιλά έτσι, αλλά κρυφογελούσε με τα αυθόρμητα αστεία του Αυλωνίτη.

Άφηνε, λοιπόν, την Άννα και τη Μαρία στην πλατεία Αγάμων, λίγο πιο κάτω τη Βασιλειάδου και εκείνος συνέχιζε μόνος του πολλές φορές μέχρι τη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου έμενε τότε, και έλεγε: «Αχ, τυχερές, εσείς φτάσατε! Ποιος πάει τώρα μόνος του στον Ποδονίφτη; Πάλι στο παγκάκι του Αγίου Λουκά θα τη βγάλω μέχρι να ξημερώσει!». Τέτοια περιστατικά έζησαν πολλοί από τους μεγάλους πρωταγωνιστές του κινηματογράφου μας. Οι μνήμες από τον Πόλεμο του ’40 ήταν ακόμα νωπές και όταν δέχονταν να παίξουν σε κάποια ταινία με θέμα τον πόλεμο, την Αντίσταση και την Κατοχή, με δυσκολία ολοκλήρωναν τα γυρίσματα από τη φόρτιση, τη συγκίνηση και τις άσχημες εικόνες που κουβαλούσαν ως παιδιά. Ωστόσο, πολλές από τις πολεμικές ταινίες εκείνης της τόσο σκληρής περιόδου για την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα αξιόλογες, με εξαιρετικό ενδιαφέρον όχι μόνο από κινηματογραφικής άποψης, αλλά και ιστορικής. Πράγματι, κατέχουν μια εξέχουσα θέση όχι μόνο στην ελληνική κινηματογραφία αλλά και στις καρδιές όλων των Ελλήνων.
Κείμενο – Φωτογραφίες: Μάκης Δελαπόρτας
Διαβάστε περισσότερα στο ΟΚ! που κυκλοφορεί με «Τα Νέα Σαββατοκύριακο»!